Σάββατο, 23 Ιαν 2021

Η καθαρή αμεσότητα της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας στη φαινομενολογία του πνεύματος

στις

Η καθαρή αμεσότητα της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας, η αλήθεια της είναι μία σχέση ομαλή και όμοια με τον εαυτό της, στην οποία δε διακρίνεται καμία διαφορά ουσιώδους και επουσιώδους, αντικειμένου και εγώ. Το καθαρό εγώ εκφράζει τη γνώμη του για κάθε πράγμα και δεν ενδιαφέρει και εμμένει σε μία άμεση σχέση, τη σχέση κανενός άλλου εγώ σε σχέση με το κάθε αντικείμενο. Υπό αυτή την έννοια η καθαρή αμεσότητα δεν ενδιαφέρεται πια για καμία ετερότητα, δηλαδή που δεν εισάγει καμία διαφορά μεταξύ του εγώ και του αντικειμένου, καμία διαφορά ουσιώδους και επουσιώδους, όποιο κι αν είναι αυτό. [1] Το εγώ με τη σειρά του προσεγγίζει την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα, προκειμένου να εξασφαλίσει την αλήθεια της άμεσης σχέσης. Το εγώ οφείλει να την αναζητήσει τώρα, γιατί αργότερα η αλήθεια αυτή δε θα είχε κανένα νόημα. Πώς προκύπτει, όμως ,αυτή η αμεσότητα; Πρέπει να γίνουμε εμείς το ίδιο το εγώ με αυτό που έχει τη βέβαιη επίγνωση, τοποθετούμενοι στον ίδιο χώρο και χρόνο και εντοπίζοντας το άμεσο. Όμως τι είναι στ’ αλήθεια και εν τέλει το άμεσο; Ο Χέγκελ που για καιρό αρνιόταν ότι η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα δεν προσφέρει τίποτε περισσότερο από το πιο φτωχό είδος γνώσης, τώρα προσβάλλει την ιδέα της άμεσης γνώσης. Ό, τι εμφανίζεται, ό,τι είναι στην άμεση γνώση, ένα καθαρό αυτό, είναι στην πραγματικότητα ένα παράδειγμά του. Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα αφορά κάτι, “όπως ένα αντικείμενο που είναι βέβαιο για κάποιον.” Έχω αυτή τη βεβαιότητα μέσω κάτι άλλου, μιας δύναμης του πράγματοςdΚαι είναι όμοια στην κατ’ αίσθηση βεβαιότητα μέσω κάτι άλλου, μέσω του εγώ. Η αντίστοιξη μεταξύ αμεσότητας και παρέμβασης – έμμεσου δεν επιβάλλεται από εμάς αλλά είναι στην κατ’ αίσθηση βεβαιότητα ότι η ίδια αντιστοιχεί μεταξύ της ουσίας και του παραδείγματος, του άμεσου και του έμμεσου. Αυτό μας οδηγεί να ερωτήσουμε εάν η ουσία είναι πράγματι άμεσα δοσμένη μία ερώτηση στην οποία μπορούμε να απαντήσουμε μέσω προσεκτικής εξέτασης της καλούμενης άμεσης εμπειρίας.[2]

Οφείλουμε να επικεντρωθούμε στο τώρα του είναι, το οποίο τώρα δεν είναι παρά μία κίνηση, που διαγράφει μία συγκεκριμένη και καθορισμένη πορεία. Το τώρα είναι που συμβαίνει αυτή τη στιγμή και είναι αληθές. Όταν, όμως το είναι του τώρα γίνει ήταν, όταν δηλαδή το τώρα γίνει παρελθόν, όταν δηλαδή το τώρα αναιρεθεί και δεν είναι πια αλήθεια. Συνεπώς, κάτι που ήταν δεν είναι πια, κατ’ επέκταση αναιρούμε αυτή τη φορά το ήταν του τώρα και ασπαζόμαστε πάλι τον πρώτο ισχυρισμό, το είναι του τώρα. Τόσο το τώρα, όσο και η κατάδειξή του αποτελούν μία κίνηση που απαρτίζεται από πολλές στιγμές. Κατά συνέπεια, το αληθινό τώρα δεν είναι ένα τώρα , που είναι τη στιγμή, που μιλάμε, ούτε ένα τώρα, που ήταν, παρά είναι ένα τώρα, που περιλαμβάνει πολλές στιγμές και όχι μόνο το παρελθόν και το παρόν. Η κατάδειξή του τώρα ως κίνηση, που απαρτίζεται από πολλές στιγμές και δεν παραμένει εγκλωβισμένο σε μία χρονική στιγμή, στο παρόν ή το παρελθόν, συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι το τώρα εκτός των άλλων είναι και κάτι καθολικό. Το τώρα στο Χέγκελ είναι κατά μία έννοια ένα τώρα στο παρόν, που απαραίτητα έχει ένα παρελθόν. Το τώρα, ακόμη αποδεικνύεται ότι δεν είναι το φτωχό άμεσο και απλό τώρα, που η συνείδησή του είχε να υπολογίσει να είναι. Ακόμη το τώρα επιδεικνύει απαραίτητα τον εαυτό του να είναι το τώρα, που έχει συμβεί, η συνέχεια του παρόντος και των στιγμών του παρελθόντος. Έτσι, το αντικείμενο της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας αποδεικνύει ότι είναι η απόλυτη πλειονότητα των τώρα.

- Διαφήμιση -

Αυτό που καταδεικνύουμε είναι στην πραγματικότητα το τάδε εδώ, το τάδε εκεί ταυτόχρονα, το πάνω και το κάτω ταυτόχρονα, το τώρα και το πριν. Όπως το τώρα, έτσι και το εδώ αποτελεί μία πολλαπλότητα των εδώ, δηλαδή εκκινεί από το εδώ, που περνά μέσα από πολλά εδώ και καταλήγει σε ένα καθολικό εδώ. Η προσπάθεια να δείξουμε κάτι ως εδώ, οτιδήποτε ως εδώ αποδίδεται όχι περισσότερο από μία συλλογή διαφορετικών εδώ, των οποίων το μήνυμα είναι ότι το εδώ είναι καθολικό. Για την άμεση εμπειρία ή την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα δεν είναι ένα απλό γεγονός αλλά μία αναπτυσσόμενη πρόοδος:” Η διαλεκτική της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία απλή ιστορία της κίνησής της ή της εμπειρίας της και η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα από μόνη της δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η ιστορία.”[3] Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα μέσω της φυσικής συνείδησης είναι η εμπειρία της κίνησης, είναι η ιστορία της κίνησης, αναζητά το αληθές εντός της και ταυτόχρονα καταφέρνει να ξεχνά την προηγούμενη εμπειρία της κίνησης και εκκινεί ξανά μία νέα κίνηση. Απέναντι σε αυτή την εμπειρία αντιτάσσεται η πραγματικότητα, που στηρίζεται στην εμπειρία των εξωτερικών πραγμάτων και η συνείδηση είναι αυτή που σχετίζεται με την αίσθηση και την εμπειρία και αυτή την εμπειρία είθισται να την ονομάζουν οικουμενική.[4]


[1] Χέγκελ: Φαινομενολογία του νου, Αθήνα, σσ120-121
[2] Rockmore Tom :Cognition: An introduction to Hegel’s Phenomenology of Spirit: University of California Press. Berkeley, σ41
[3] Ηoulgate Stephen: An introduction to Hegel: Blackwell, σ59
[4] Χέγκελ: Φαινομενολογία του νου. Αθήνα, σς123-124

- Διαφήμιση -
Στέλλα Τζιμπιλή
Στέλλα Τζιμπιλήhttps://www.ypatias.com/
Η Στέλλα Τζιμπιλή, Εκπαιδευτικός - φιλόλογος - Συγγραφέας. Σπούδασε φιλοσοφία στη Φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη συστηματική φιλοσοφία. Υπ. Διδάκτωρ φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.