Πέμπτη, 16 Μάι 2024
- Διαφήμιση -

Το υπερβατολογικό ιδεώδες στην Καντιανή ηθική

στις

Κατά την περίοδο του Διαφωτισμού η φιλοσοφία ενεπλάκη σε μία εμφύλια διαμάχη, σύμφωνα με την οποία η σκέψη φάνηκε να έχει μεταπέσει από την πολιορκία της δογματικής μεταφυσικής στην κυριαρχία της μηχανιστικής επιστήμης που κινδύνευε να παραδοθεί άνευ όρων στην εμπειρία. Ο Καντ στο όνομα του Διαφωτισμού θα σύρει την υπόθεση στα Δικαστήρια, με σκοπό να διαφυλάξει ό,τι η σκέψη είχε κατακτήσει τους δύο προηγούμενους αιώνες.[1] Και σε αυτό ακριβώς συνίσταται η επιτυχία της κοπερνίκειας στροφής, κατά την οποία ο Καντ ζητά από τη γνώση γενικά όχι να προσανατολίζεται αυτή προς τα αντικείμενα αλλά τα αντικείμενα προς αυτή.[2] Κατά κύριο λόγο η κριτική του Καθαρού Λόγου στρέφεται τόσο ενάντια στη δογματική μεταφυσική, όσο και ενάντια στη βασική αρχή της φιλοσοφίας του Hume, σύμφωνα με την οποία όλη η γνώση μας φέρεται να πηγάζει από την εμπειρία.[3]

Με τη σειρά του ο φιλόσοφος του Καίνιξμπεργκ υποστηρίζει ότι κάθε γνώση εξαρτάται από την αλληλεπίδραση και τη συνεργασία μεταξύ αισθητικότητας και νόησης. Πολύ ορθά λοιπόν, η κριτική του Καθαρού λόγου έχει χαρακτηριστεί ως έργο, που νομιμοποιεί, αν όχι εξυμνεί την ανθρώπινη αισθητικότητα [4] αλλά ταυτόχρονα και ως έργο, που προσδιορίζει τους όρους της θεωρητικής δυνατότητας της ανθρώπινης ελευθερίας ανοίγοντας το δρόμο της πρακτικής – ηθικής φιλοσοφίας.[5] Και αυτός είναι ο υψηλός προορισμός, η αληθινή ουσία κάθε ανθρώπου να αποτελεί μέλος δύο τάξεων, μίας αμιγώς πνευματικής, στην οποία άρχει μέσω της ψιλής καθαρής βούλησης και μίας κατ’αίσθησιν τάξης, στην οποία επενεργεί μέσω της πράξης του.[6] Το ενδιαφέρον του καντιανού εγχειρήματος είναι ότι αποκαλύπτει τους παραγωγικούς μηχανισμούς των μεταφυσικών συστημάτων και της γέννησης της ψευδαίσθησης(ψυχής, κόσμου, Θεού), εκκινώντας από τη λειτουργία των λογικών μας συλλογισμών(κατηγορικών, υποθετικών, διαζευκτικών). Παρότι η ψευδαίσθηση φαίνεται αναγκαία εγγεγραμένη στην ανθρώπινη φύση, είναι σκόπιμο να την «αποδομήσουμε », καθόσον σφετερίζεται την ικανότητα για γνώση. Αυτό που θα επιχειρήσουμε στο δεδομένο τόπο είναι η αποδόμηση μέσα στην Υπερβατική Διαλεκτική, που αφορά στη Θεολογία, η οποία με τη σειρά της διατείνεται ότι χωρίς τη βοήθεια της εμπειρίας μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη ενός όντος, που το ίδιο κείται εκτός εμπειρίας.[7]

- Διαφήμιση -

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΔΕΩΔΟΥΣ ΕΝ ΓΕΝΕΙ

Ο Καnt εισάγει το μείζον θέμα του υπερβατολογικού ιδεώδους εκκινώντας από την εξέταση της διάκρισης ανάμεσα στις καθαρές έννοιες της διανοίας(κατηγορίες)και τις ιδέες. Ο φιλόσοφος τονίζει ότι οι καθαρές έννοιες της διανοίας συνδέονται άρρηκτα με τις κρίσεις του νοειν και αναφέρονταιa priori σε αντικείμενα συγκροτώντας προεμπειρικά την αντικειμενικότητά τους και ανάγοντας σε ενότητα την πολλαπλότητα και το ακαθόριστο ανεξάρτητα από κάθε όρο αισθητικότητας. Όμως, υπάρχει η περίπτωση, κατά την οποία οι καθαρές έννοιες της διανοίας (κατηγορίες) μπορούν να βρουν εφαρμογή σε φαινόμενα (έννοιες της νόησης in concreto ).[8]

Ούτως ειπείν οι ιδέες είναι ένα βήμα πιο μακριά από την αντικειμενική πραγματικότητα σε σχέση με τις καθαρές έννοιες, διότι οι πρώτες (οι ιδέες) δε δύνανται να παρουσιάζονται in concreto(συγκεκριμένα), δηλ. δεν ανταποκρίνονται σε φαινόμενα, όπως οι κατηγορίες (καθαρές έννοιες της διανοίας). Κατά μίαν έννοια οι ιδέες διέπονται από μία τελειότητα που δεν αντικατοπτρίζεται στην πραγματικότητα μέσω καμίας δυνατής εμπειρίας(δηλ. σε αντικείμενο ή φαινόμενο). Προϋπάρχει σε αυτές μία ενότητα(σε αντίθεση με τις κατηγορίες) με αποτέλεσμα οποιαδήποτε δυνατότητα προσαρμογής τους στην εμπειρία να καταλήγει ανεπιτυχώς(διότι όπως προαναφέραμε δεν είναι σε θέση να παρουσιάζονται in concreto).[9] Ουσιαστικά, η ιδέα, ως καρπός του Λόγου είναι περισσότερο μία κατεύθυνση παρά μία γνώση, καθορίζει όχι ένα αντικείμενο αλλά μία διεύθυνση.[10]

Υπό αυτό το πρίσμα, εάν η ιδέα (in concreto )απέχει από την αντικειμενική πραγματικότητα, το ιδεώδες θεωρούμενο ως ιδέα in individuo φαίνεται να απέχει από αυτή την πραγματικότητα παρασάγγας. Όταν αναφερόμαστε στην ιδέα in individuo εννοούμε εκείνο το ¨πράγμα¨ που καθορίζεται πλήρως, τελείως και κατανάγκην από την ιδέα και μόνο. Επί παραδείγματι το ιδεώδες για τον Πλάτωνα ήταν η ιδέα της θείας νόησης που δεν είναι άλλο παρά η τελειότητα κάθε είδους των δυνατών όντων και το πρωτότυπο για όλα τα αντίτυπα που προκύπτουν στο πεδίο του φαινομένου.[11] Κατά συνέπεια ο ανθρώπινος λόγος περιέχει και ιδέες και ιδεώδη που λειτουργούν ρυθμιστικά αναφορικά με τις πράξεις μας θέτοντας τα θεμέλια για την εξασφάλιση της τελειότητάς τους.

Ακολούθως, η ιδέα της ηθικότητας ή αλλιώς οι ηθικές έννοιες δεν αποτελούν κατεξοχήν καθαρές έννοιες του λόγου, διότι το ήθος αφορά στις πράξεις μας, οι οποίες έχουν εμπειρικό χαρακτήρα. Αν απομονώσουμε, όμως, το πρακτικό μέρος μίας αρετής πχ. μίας ανδρείας πράξης, μένει, ωστόσο, η ιδέα της ανδρείας. Αναντίρρητα, η ηθική τελεολογία αφορά στους ανθρώπους, των οποίων ο Λόγος δείχνει ότι είναι ο τελικός σκοπός της φύσης.[12] Η πράξη κατά κάποιο τρόπο λειτουργεί ως παράδειγμα στις καθαρές έννοιες του Λόγου. Ο ανδρείος δηλαδή, είναι ένα ιδεώδες, ένας άνθρωπος που υπάρχει παρά μόνο στη σκέψη και που αντιστοιχεί στην ιδέα της ανδρείας. Όπως, λοιπόν, η ιδέα καθορίζει τον κανόνα των πράξεων, έτσι και το ιδεώδες είναι κατά κάποιο τρόπο το πρωτότυπο του θείου, που διασφαλίζει τον καθορισμό του αντιγράφου του θείου ανθρώπου με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος οφείλει να συγκρίνει τον εαυτό του, προκειμένου να πετύχει την ιδεατή τελειότητα.[13] Είναι προφανές ότι τα ιδεώδη δεν έχουν τη δυνατότητα αναφοράς σε καμία ύπαρξη. Ωστόσο, η χρησιμότητά τους είναι ιδιαιτέρως σημαίνουσα, εάν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι το ιδεώδες συνενώνει την αρχική διάσταση μεταξύ ατομικού(εποπτείας) και καθολικού(έννοιας).

Ο φιλόσοφος του Καίνιξμπεργκ έχοντας προσδιορίσει το ιδεώδες του Καθαρού Λόγου και τη χρησιμότητα του ως κανόνα και ως πρωτοτύπου που αφορά είτε την πράξη, είτε την κρίση, επιχειρεί να το αντιπαραβάλλει με τα δημιουργήματα της φαντασίας, με σκοπό να εξοβελίσει εξαρχής κάθε πιθανότητα σύγχυσης του ιδεώδους του καθαρού Λόγου με οποιοδήποτε πλάσμα της φαντασίας(ορίζοντας ως φαντασία την ειδωλοποιητική δύναμη, την ίδια τη νόηση, η οποία συνθέτει την αίσθηση και τις παραστάσεις των φαινομένων ).[14] Συνεπώς, τα δημιουργήματα της φαντασίας δεν είναι παρά ιδεώδη της αισθητικότητας, διότι κατά πρώτον αποτελούν ένα μοντέλο ή ένα πρωτότυπο(αμίμητο) για μία δυνατή ή ενδεχόμενη εμπειρική εποπτεία, κατά δεύτερον διότι δεν αποτελούν κανόνα για καμία κρίση ή πράξη και κατά τρίτον διότι η φαντασία δε διαθέτει τη δύναμη να συλλάβει υπερβατολογικά ένα αντικείμενο, το οποίο πρέπει να είναι λογικά καθορίσιμο σύμφωνα με αρχές.

ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΕΩΔΕΣ
(ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΟ)

Σύμφωνα με τον Kant ένα αντικείμενο για να γίνει απόλυτα γνωστό σε εμάς, πρέπει προηγουμένως να καθορίσουμε το σύνολο των δυνατών κατηγορημάτων του και εν συνεχεία να προσδιορίσουμε το αντικείμενο αυτό καταφατικά ή αρνητικά, σύμφωνα με την αρχή της καθορισιμότητας (από δύο κατηγορούμενα μόνο το ένα αποδίδεται στο αντικείμενο ή στην έννοια του αντικειμένου), της αντίφασης(από δύο αντιφατικά κατηγορούμενα) της σύνθεσης (όλων των κατηγορουμένων που συγκροτούν την ολοκληρωτική έννοια ενός πράγματος) και κατόπιν της συγκρίσεως. Επομένως, μπορούμε να αναφερόμαστε στην ιδέα του συνόλου κάθε δυνατότητας η οποία, από τη μια προσδιορίζει το σύνολο των δυνατών κατηγορουμένων και ταυτόχρονα αποκλείει ένα πλήθος κατηγορουμένων που δίδονται. Από όλα τα δυνατά κατηγορούμενα που καθορίζουν την ιδέα άλλα παρουσιάζουν ένα όν και άλλα ένα μη όν. Η διάκριση αυτή επισημαίνεται με σκοπό να διαχωρίσει τις αρνήσεις, ως έννοιες παράγωγες ενός πράγματος που όταν αυτό νοείται ως έλλειψη, θεωρείται και λαμβάνεται συνάμα ως πράγμα καταργημένο ή μη ισχύον, ενώ τις καταφάσεις ως πραγματικότητες που περιέχουν τη δυνατότητα και τον πλήρη καθορισμό όλων των πραγμάτων.[15]

Η έννοια ενός πράγματος καθεαυτό που ταυτίζεται με την ιδέα ενός ολοκληρωτικά πραγματικού όντος, συνιστά το υπερβατολογικό ιδεώδες, ως το πρωταρχικό ον, το ens realissimum ή το Απόλυτο που περιέχει όλες τις δυνατές πραγματικότητες.[16] Το ιδεώδες είναι ένα ατομικό ον σύμφωνο με την ιδέα. Για παράδειγμα η σοφία είναι η ιδέα, ο σοφός, το ιδεώδες. Ο λόγος έχει ανάγκη την έννοια αυτού του ιδεώδους, προκειμένου να εκφέρει κρίσεις για την ύπαρξη των πραγμάτων. Ωστόσο, ο Λόγος δεν έχει ανάγκη από την άμεση αναφορά της εμπειρικής ύπαρξης του ιδεώδους σε ένα αντικείμενο. Οι καθαρές έννοιες της διανοίας έχουν αναλάβει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στα αντικείμενα(καθορισμένα ως άλλα ατελή έκτυπα)[17] και την ιδέα ενός εκ των δυνατών κατηγορουμένων της, χωρίς όμως ποτέ να προσεγγίζουν το πρωτότυπο, το υπερβατολογικό ιδεώδες, το Θεό. Λόγου χάρη, ένας άνθρωπος είναι ανδρείος, φρόνιμος, έχοντας κατακτήσει την ιδέα της ανδρείας, της φρόνησης αλλά συνάμα δεν είναι και πολλά άλλα πράγματα, τα οποία περιλαμβάνονται ως κατηγορούμενα του υπερβατολογικού Ιδεώδους. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ανδρείος, φρόνιμος, παραδεικνύει το ιδεώδες του ανδρείου(που αντιστοιχεί στην ιδέα της ανδρείας), του φρόνιμου που αντιστοιχεί στην ιδέα της φρόνησης). Παρά ταύτα, δεν προσεγγίζει καθολικά το υπερβατολογικό ιδεώδες, διότι αυτό περιλαμβάνει όλα τα δυνατά κατηγορούμενα (ιδέες) που δεν έχουν βρει εφαρμογή στο συγκεκριμένο άτομο αλλά ούτε και θα βρούν εφαρμογή σε κανέναν άνθρωπο, διότι απλά δεν υπάρχει τέλειος άνθρωπος .

Το σφάλμα, λοιπόν, εντοπίζεται στο γεγονός ότι προσπαθούμε να υποστασιοποιήσουμε το υπερβατολογικό ιδεώδες, ως ιδέα του συνόλου της πραγματικότητας σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, πράγμα άτοπον. Είχαμε διασαφηνίσει παραπάνω ότι η διάνοια σχετίζεται με τις έννοιες και ο Λόγος με τις ιδέες και μέσω των ιδεών με το ιδεώδες, το πρωτότυπο όλων των ιδεών. Από τη στιγμή που επιχειρούμε να εφαρμόσουμε εμπειρικά το ιδεώδες σε ένα αντικείμενο, όχι μόνο καταργούμε τις κατευθυντήριες γραμμές που μας δίδει ο Λόγος αλλά αγνοώντας τον επιστρέφουμε ένα βήμα πίσω στη διάνοια(κάνοντας χρήση των καθαρών  εννοιών της σε αντικείμενα ή φαινόμενα της εμπειρίας), ενώ έχουμε ήδη τονίσει ότι οι ιδέες καμία σχέση δεν έχουν με την εμπειρία. Το γεγονός ότι είμαι ανδρείος φαίνεται στις πράξεις μου(αγγίζουμε το ηθικό –πρακτικό κομμάτι). Όμως, η ιδέα της ανδρείας από μόνη της είναι κάτι το υπερβατολογικό και ανήκον αμιγώς στη σφαίρα του θεωρητικού Λόγου. ’Αλλωστε, εάν εφαρμοσθούν οι ιδέες σύμφωνα με τις κατηγορίες πάνω στην εποπτεία δεν είναι ιδέες , καθ’ότι αυτές δε δύνανται να προσδιορίσουν τη χρήση της νόησης στην περιοχή της εμπειρίας: ¨Οι ιδέες υπερβαίνουν το όριο κάθε εμπειρίας, στην οποία ποτέ δεν είναι δυνατό να βρεθεί ένα αντικείμενο, το οποίο να είναι επαρκές για την υπερβατολογική ιδέα¨.[18] Κοντολογίς, οι ιδέες δεν έχουν συστατική αλλά ρυθμιστική χρήση. Το έργο τους είναι να κατευθύνουν τη διάνοια προς ένα συγκεκριμένο σκοπό, με στόχο τη σύνθεση και τη συστηματική ενοποίηση του υλικού της εμπειρίας. Με τη βοήθεια των ιδεών τακτοποιούμε τις έννοιες και τις γνώσεις μας σε ένα ενιαίο σύστημα, περνούμε από το αισθητό στο υπερβατολογικό. Οι ιδέες του καθαρού Λόγου και δη ο Θεός, το υπερβατολογικο ιδεώδες, δε μπορούν να γνωσθούν:¨ Κάθε γνώση, όπως εξετάσαμε απαιτεί εποπτείες που υπάγονται σε μίαν έννοια. Εκεί όπου δεν υπάρχει εποπτεία δεν υπάρχει και γνώση.¨ Οι ιδέες είναι δέοντα αιτήματα του Λόγου, όχι όντα και κατά συνέπεια το ίδιο σε μεγαλύτερη αναλογία ισχύει για το ιδεώδες.[19] Τα ιδεώδη αποτελούν το πρωτότυπο μέτρο των πράξεών μας, προσδίδουν στις πράξεις μας την κατεύθυνση προς την τελειότητα, μας παρέχουν τον κανόνα προς κρίση και ως εκ τούτου έχουν αποκλειστικά και μόνο ρυθμιστική σημασία.


[1] Δεληγιώργη Αλεξάνδρα: Ο Μοντερνισμός στη σύγχρονη φιλοσοφία . Αθήνα: Αλεξάνδρεια 1991 , σ 61.
[2] Γιανναράς Αναστάσιος :Κεφάλαια από τη θεωρητική φιλοσοφία του Καντ . Αθήνα :Παπαζήσης 1976 .σ41.
[3] Αυγελής Νίκος :Εισαγωγή στη φιλοσοφία :Θεσσαλονίκη: Κώδικας 1998 .σ192
[4] Άρεντ Χάνα : Η πολιτική φιλοσοφία του Κάντ (μτφ . Βασίλης Ρωμανός).Αθήνα: Νήσος 2008 σ58.
[5] Βινσεντί Λυκ : Αγωγή και ελευθερία , Καντ και Φίχτε (μτφ . Γ. Πρελορέντζος . Αθήνα : Πατάκης 1995 σ41.
[6] Fichte Johann Gottlieb : O προορισμός του ανθρώπου (μτφ . Θ. Πενολίδης). Κρατερός 2010 σ293.
[7] Μπενιέ Ζαν – Μισέλ :Ιστορία της νεωτερικής και σύγχρονης φιλοσοφίας : Φυσιογνωμίες και έργα (μτφ . Κ. Λαπαγιώργης ).Αθήνα : Καστανιώτης 2001 253, 255.
[8] Καντ Ιμμάνουελ : Κριτική του Καθαρού Λόγου Β595 (εισαγωγή – μετάφραση –παρατηρήσεις Μ. φ .Δημητρακόπουλος). Αθήνα 1986.
[9] ΚΚΛ Β596
[10] Pascal, G.: Για να γνωρίσετε τη σκέψη του Καντ(μτφ . Α. Βέλιος ) . Αθήνα : ‘Απειρον 1977 σ 106.
[11] ΚΚΛ Β 596
[12] Τομέας φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων :Για τον Ιμμάνουελ Καντ 200 χρόνια μετά.Αθήνα: Νήσος 2006 σ144
[13] ΚΚΛ Β597
[14] ΚΚΛ Β598
[15] ΚΚΛ Β600, Β 601, Β602.
[16] ΚΚΛ Β604
[17] ΚΚΛ Β606
[18] ΚΚΛ Β384
[19] Δάφνος Παναγιώτης: Ερμηνεία της «Κριτικής του Καθαρού Λόγου του Καντ». Αθήνα:1977 σ108.

- Διαφήμιση -
Στέλλα Τζιμπιλή
Στέλλα Τζιμπιλήhttps://www.ypatias.com/
Η Στέλλα Τζιμπιλή, Εκπαιδευτικός - φιλόλογος - Συγγραφέας. Σπούδασε φιλοσοφία στη Φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη συστηματική φιλοσοφία. Υπ. Διδάκτωρ φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.