Κυριακή, 23 Ιούν 2024
- Διαφήμιση -

Η παιδαγωγική της ποίησης στη φιλοσοφική σκέψη του Πλουτάρχου1

στις

Η παιδαγωγική υφή του πλουταρχικού κειμένου (ΠΩΣ ΔΕΙ ΤΟΝ ΝΕΟΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΚΟΥΕΙΝ) είναι πρόδηλη από τον τίτλο του ακόμη: η διαδικασία που θα περιγραφεί έχει να κάνει με την διδασκαλία της ποίησης στους νέους ανθρώπους και μια τέτοια παιδαγωγική διαδικασία προϋποθέτει ασφαλώς τους δέκτες της διδασκαλίας, ένα παιδαγωγικό πρόγραμμα και το πρόσωπο που διαχειρίζεται και εφαρμόζει με συνέπεια το πρόγραμμα αυτό, τον διδάσκαλο. Η ποίηση για τον Πλούταρχο ενέχει το στοιχείο της παραπλάνησης, αν η ακρόασή της δεν γίνεται με την ορθή διαπαιδαγώγηση. Για τον λόγο αυτό η διδασκαλία της ποίησης πρέπει να γίνεται υπό την εποπτεία της παιδαγωγικής επιστήμης. Η ποίηση είναι βαθειά συνυφασμένη με την μόρφωση του ατόμου. Αν δεν είναι κανείς μορφωμένος ως ένα βαθμό δεν μπορεί να αντιληφθεί τα μηνύματα του ποιητικού λόγου και να προάγει περαιτέρω την μόρφωσή του αλλά ούτε και να εξαπατηθεί από αυτόν. Η ποίηση ακόμη και όταν απατά, απατά μορφωμένους ανθρώπους και όχι αμαθείς. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η ευρεία μόρφωση και η πολυμάθεια δεν εξασφαλίζουν την ορθή αντίληψη των ποιημάτων ή οποιουδήποτε έντεχνα διαμορφωμένου λόγου, χρειάζεται μια εξειδικευμένη παιδαγωγική διαδικασία για την ορθή χρήση και κατανόηση των λόγων. Ο Πλούταρχος δεν πτοείται από την δυσκολία του εγχειρήματος διδασκαλίας λόγω της αμφισημίας του ποιητικού λόγου. Δεν πρέπει τρομοκρατημένοι «να βουλώσουμε με κερί τα αυτιά» των νέων, όπως ο  ομηρικός Οδυσσέας έκανε στους συντρόφους του για μην ακούν το γλυκό πλην όμως καταστρεπτικό τραγούδι των «ποιητικών» Σειρήνων. Είναι αναγκαίο να προφυλάξουμε την λογική των νέων και να «δέσουμε» τη σκέψη τους με σταθερές επιστημονικές αρχές ώστε να μην παρασύρονται σε λανθασμένες ερμηνείες (Κεφ. 1).

Η παιδαγωγική αρχή που πρέπει να εμπεδώσουν οι νέοι ως εισαγωγή στην μελέτη των ποιημάτων είναι ότι τα ποιήματα δεν είναι φορείς αλήθειας ή επιστήμης, ούτε αποβλέπουν σε κάποια επιστημονική απόδειξη. Η ποίηση έχει ως σκοπό την τέρψη, την ικανοποίηση του ακροατή και για το λόγω αυτό είναι διάσπαρτη από ψεύδη. Δεν είναι σωστό να δεχόμαστε άκριτα ότι εκφράζει ο ποιητής, αλλά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να κατηγοριοποιήσουμε τα προσλαμβανόμενα νοήματα ως αληθή ή ψευδή, ως επωφελή ή επιβλαβή και αυτή η αρχή είναι το θεμέλιο κάθε επιστημονικής έρευνας (Κεφ. 2).

- Διαφήμιση -

Δεύτερη κατά σειρά παιδαγωγική σήμανση του Πλουτάρχου είναι ότι η ποίηση αποτελεί μιμητική τέχνη και ικανότητα, αντίστοιχη με την ζωγραφική. Πρέπει λοιπόν να διαπαιδαγωγήσουμε το νέο με την διδασκαλία ότι, αν θέλουμε να έχουμε ορθή αντίληψη της ποίησης, δεν πρέπει να επαινούμε τις ποιητικές εικόνες και τις πράξεις των οποίων έχει γίνει η μίμηση, αλλά την μιμητική τέχνη του ποιητή, δηλαδή αν έχει μιμηθεί επιτυχημένα την πράξη του υποκειμένου ή την εικόνα της πραγματικότητας. Ο νέος πρέπει να διδάσκεται να επαινεί την ικανότητα μίμησης του ποιητή και την ποιητική τέχνη του, αλλά αντίθετα να επικρίνει τις επιβλαβείς πράξεις και τις καταστάσεις τις οποίες στο προκείμενο θέμα η ποιητική τέχνη μιμείται (Κεφ. 3).

Επιπρόσθετα ο Πλούταρχος τονίζει τον υπαινικτικό χαρακτήρα της ποίησης. Όταν παρακολουθούμε ή αναγιγνώσκουμε ένα ποιητικό έργο πρέπει σε μεγάλο βαθμό να προσέξουμε, αν ο ίδιος ο ποιητής, με κάποιους υπαινιγμούς του έχει την πρόθεση να μας ενημερώσει ότι αποδοκιμάζει και ο ίδιος αυτά τα οποία παρουσιάζει. Αυτού του είδους οι υπαινιγμοί (αποδοκιμασίας ή επιδοκιμασίας) βρίσκονται κατά τον Πλούταρχο συχνά στα επιλογικά μέρη ενός λόγου. Ο ποιητής ή ο εκφωνητής ενός δημοσίου λόγου χρησιμοποιεί τον επίλογο για να επιδοκιμάσει ή να απορρίψει αυτά που λέγονται ή διαπραγματεύονται. Επίσης φορείς υπόρρητων απόψεων του ποιητή για το έργο του είναι οι αλληγορίες ή αλλιώς υπόνοιες που ενυπάρχουν στον ποιητικό λόγο. Οι ερμηνευτές των έργων σύμφωνα με τον Πλούταρχο πολλές φορές διαστρεβλώνουν και ερμηνεύουν αυθαίρετα το νόημά τους οδηγώντας την έρευνα στον άγονο τόπο του μεταφυσικού και αγνοώντας τις απόψεις που συμβολικά εκφράζουν οι αλληγορίες ή υπόνοιες για τρέχοντα θέματα της ηθικής ή πολιτικής πραγματικότητας, αλλά και για την ουσία του ίδιου του ποιητικού έργου (Κεφ. 4).

Σε συνάφεια με τα προηγούμενα ο παιδαγωγός που έχει αναλάβει το εγχείρημα της διδασκαλίας του ποιητικού λόγου δεν πρέπει να αφήνει ανεκμετάλλευτες τις ευκαιρίες που προσφέρουν τα παρακείμενα και τα συμφραζόμενα νοήματα, ώστε να προβεί σε σκόπιμές διορθώσεις-διευκρινήσεις του κειμένου που θα ενισχύσουν το παιδαγωγικό αποτέλεσμα. Αυτό μπορεί να γίνει με την αντικατάσταση μιας δυσνόητης λέξης από μία άλλη ή με την αναλυτική διευκρίνιση ενός «προβληματικού» χωρίου ή με την ερμηνεία των δύσκολων-διττών νοηματικά λεκτικών τύπων που χρησιμοποιούν οι ποιητές (π. χ. η λέξη Ζεύς ή η λέξη αρετή στους ποιητές παίρνουν άλλο νόημα, αναλόγως με τα αντικείμενα στα οποία αναφέρονται). Εναλλακτική λύση αποτελεί να διορθώσουμε με επιμέλεια τ’ αμφίβολα κείμενα των ποιητών με στόχο την καλύτερη δυνατή παιδαγωγική πρόοδο του νέου. Η μερική διαφοροποίηση του ποιητικού έργου χωρίς να αλλοιωθεί το νόημά του είναι ελάχιστα επιλήψιμη μπροστά στα παιδαγωγικά οφέλη που μπορεί ο μαθητής να αποκομίσει. (Κεφ. 5-6).

Εν συνεχεία ο Πλούταρχος θεωρεί ως ρόλο του διδασκάλου-παιδαγωγού την εξάσκηση των μαθητών στην εξεύρεση κοινών στοιχείων ανάμεσα στα ποιήματα. Τα κοινά στοιχεία βοηθούν το μαθητή να κατανοήσει την δομή του ποιήματος και να αντιληφθεί τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έντεχνου λόγου. Το ποίημα αποτελεί έναν τεχνητό λόγο που έχει ως σκοπό του να πείσει. Αν ο νέος αποκρυπτογραφήσει και κατηγοριοποιήσει τα χαρακτηριστικά του λόγου αυτού τότε δεν θα κινδυνεύει να πέσει «θύμα» του ποιητή. Επιπλέον η διαδικασία αυτή σύγκρισης και μελέτης των μερών του ποιητικού λόγου επιτρέπει στους μαθητές να εφαρμόζουν παραδειγματικά τα ποιητικά σχήματα και επιχειρήματα στην προσωπική τους προσπάθεια εκφοράς λόγου. Αλλά η όλη διαδικασία αποτελεί και άσκηση οξυδέρκειας, που ενδυναμώνει την κριτική σκέψη των νέων ανθρώπων (Κεφ. 12).

Τον σημαντικότερο όμως  παράγοντα παιδαγωγικής κατάρτισης για ένα νέο άνθρωπο ο Πλούταρχος τον αναφέρει στο ένατο κεφάλαιο της ουσιώδους πραγματείας του. Οι νέοι είναι αναγκαίο να ζητούν την αιτία κάθε γνώμης που διατυπώνεται στα ποιήματα. Δεν πρέπει να δεχόμαστε τίποτα, καμία γνώμη  χωρίς να την περνάμε από διεξοδική εξέταση και αυτή είναι ειδοποιός διαφορά του υπεύθυνου από τον ανεύθυνο άνθρωπο. Ο νέος πρέπει να εφαρμόζει τις οδηγίες του παιδαγωγού αλλά επίσης πρέπει να έχει την  αξίωση να μαθαίνει την αιτία και τι λόγο της κάθε οδηγίας. Και στους κανόνες των ποιητών δεν πρέπει οι νέοι να υπακούουν και να τους ενστερνίζονται άκριτα, όπως ακριβώς πρέπει να πράττουν και με τους κανόνες των παιδαγωγών ή των νομοθετών αν ότι μας προτείνουν δεν έχει λογική εξήγηση. Η εκμάθηση εφαρμογής της κριτικής σκέψης αποτελεί αναγκαίο εφόδιο για τον νέο τόσο για μια ολοκληρωμένη εκπαιδευτική διαδικασία όσο και για μια επιτυχημένη πολιτική σταδιοδρομία ως ενεργός πολίτης ή ως πολιτικός λειτουργός της πολιτείας.

[1] Βλ., Ηλίας Βαβούρας-Δημήτρης Κυρίτσης,  «ΠΩΣ ΔΕΙ ΤΟΝ ΝΕΟΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΚΟΥΕΙΝ» Παιδαγωγική, Ηθική και Πολιτική ερμηνεία ενός παραμελημένου πλουταρχικού κειμένου, άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό Φιλόλογος 149, σσ. 397-407 (2011).

- Διαφήμιση -
Δρ. Ηλίας Βαβούρας
Δρ. Ηλίας Βαβούρας
Διδάκτωρ φιλοσοφίας Α.Π.Θ.